Η κρίση του αγροτικού εισοδήματος

Η κρίση του αγροτικού εισοδήματος

Πολλοί αγρότες σε ολόκληρη τη γη μοιράζονται κοινές αγωνίες βλέποντας το εισόδημά τους να μειώνεται. Η μείωση του εισοδήματος των αγροτών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πτώση των τιμών των προϊόντων τους στη διεθνή αγορά. Με την παραγωγή αγροτικών προϊόντων να αυξάνει και τη ζήτηση να εξασθενεί καθώς έχει μειωθεί και ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού της γης, η αγορά των πρωτογενών γεωργικών προϊόντων χαρακτηρίζεται από μακροχρόνια πτώση των τιμών και σύντομες περιόδους με απότομες αλλαγές στην τιμή, λόγω της λεγόμενης υπερπαραγωγής1. Παράλληλα τα οφέλη από τις χαμηλότερες τιμές δε φτάνουν σε πολλές περιπτώσεις έως τον καταναλωτή, αφού το μερίδιο που λαμβάνει ο παραγωγός ως ποσοστό της τελικής λιανικής τιμής είναι πολύ χαμηλό.

Ένας ακόμη παράγοντας που μειώνει το εισόδημα του παραγωγού είναι οι αυξανόμενες δαπάνες του για τις εισροές, όπως λιπάσματα, φάρμακα, μηχανήματα, πετρέλαιο.

Ως αποτέλεσμα παρατηρείται μία σταθερή έξοδος των αγροτών από το επάγγελμα, αλλά και από τις αγροτικές περιοχές καθώς και μία συγκέντρωση των αγροκτημάτων από τις μεγαλύτερες μονάδες. Η συγκέντρωση αυτή για πολλούς είναι απαραίτητη ώστε η παραγωγή να είναι πιο αποτελεσματική. Για να υποστηριχτεί κάτι τέτοιο χρησιμοποιείται παραπλανητικά ως μονάδα μέτρησης η ανά στρέμμα παραγωγή ή η ανά αγρότη παραγωγή τροφίμων. Αν χρησιμοποιήσουμε όμως ως μονάδα μέτρησης το εισόδημα ανά στρέμμα ή αν συμπεριλάβουμε στην εργασία του αγρότη και αυτή των εργατών που του παρέχουν τις αυξημένες εισροές αυτόματα το αποτέλεσμα αντιστρέφεται .

Τα τελευταία χρόνια μία σειρά από πολιτικές και μέτρα έχουν προταθεί από οικονομολόγους, πολιτικούς, δημοσιογράφους για τη βελτίωση του αγροτικού εισοδήματος, που όμως δε λαμβάνουν υπόψη τους την αδύναμη θέση που έχει ο παραγωγός σε μία αλυσίδα παραγωγής που χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο από μεγαλύτερη συγκέντρωση στα υπόλοιπα στάδια.

Αρχικά ως λύση στο χαμηλό αγροτικό εισόδημα προβαλλόταν η καθετοποίηση προς τα εμπρός (τυποποίηση), ενώ τώρα προκρίνεται περισσότερο η λύση της διαφοροποίησης της παραγωγής σε «μη παραδοσιακά» και «υψηλής αξίας» προϊόντα, όπως βότανα, φρέσκα λαχανικά, λουλούδια, εξωτικά φρούτα και προϊόντα αλιείας.

Οι περισσότεροι παραγωγοί όμως είναι συνήθως εγκλωβισμένοι στην καλλιέργεια τους είτε λόγω της ιδιαιτερότητας της αγροτικής παραγωγής είτε λόγω της έλλειψης κεφαλαίων ιδιαίτερα στις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομικά χώρες (LDCs) χωρίς τη δυνατότητα να την αλλάξουν, κάτι που σημαίνει ότι για να διατηρήσουν το εισόδημά τους πρέπει να αυξήσουν την παραγωγή τους ή να αναζητήσουν κάποια άλλη πηγή εσόδων.

Η δυνατότητα των επιχειρήσεων τροφίμων να αναζητούν παγκόσμια την παραγωγή με το μικρότερο κόστος οδηγεί τους αγρότες σε ένα έντονο ανταγωνισμό μεταξύ τους (race to the bottom), ενώ η οργάνωση συνεταιρισμών παραγωγών είναι μία προσπάθεια για βελτίωση της διαπραγματευτικής τους δύναμης για την αγορά των εισροών και την πώληση των προϊόντων τους με ευνοϊκότερους όρους.

1. Υπερπαραγωγή δε σημαίνει ότι έχει επιτευχθεί επάρκεια για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών της ανθρωπότητας, αλλά ότι η παραγωγή καλύπτει τη ζήτηση αυτών που έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αποκτήσουν